Πάντα πληρώνει ο τελευταίος ….



Σκηνικό: Μια μεγάλη σάλα, ένα μακρόστενο τραπέζι σκεπασμένο με κάθε είδους φαγητά. Γύρω από το τραπέζι, μια παρέα δεκατριών ατόμων τρώει τον αγλέουρα. Γουρουνόπουλα, γεμιστές πάπιες, σουβλάκια, ψάρι, ζυμαρικά, κρασί σε μεγάλες πήλινες κούπες, και μετά μιλφέιγ, παγωτό με κερασάκι και σιρόπι, σοκολάτα, ζελέ. Η παρέα, αραχτοί και έτσι, με τις κοιλιές τίγκα, μόλις που μπορούν να μιλήσουν από το φαΐ και το πιοτό. Κάποια στιγμή, ένας από τους δεκατρείς, ζητά το λογαριασμό.
Ένας μικρός πάπυρος του παραδίδεται. Με μάτι θολό, σαρώνει νωχελικά το κυρτό χαρτί. Η τελευταία γραμμή δείχνει το συνολικό ποσό.
Το μάτι ξεθολώνει αστραπιαία, το λογικό επανέρχεται, ανακάθεται, και σκουντάει ελαφρά τον δι-πλανό του:
– Πέτρο.
Ο Πέτρος, ζαλισμένος, απαντά σιγανά.
– Τι είναι, Kύριε μου.
– Πέτρο, κοίτα μια στιγμή. Πρέπει να φύγω, έχω αμελήσει μια σημαντική υποχρέωση, πρέπει να κάνω κήρυγμα σε κάτι χήρες. Κανόνισε αυτό για μένα, έτσι; See ya.
Ο Kύριος χάνεται σε μια στιγμή από τη σάλα και ο Πέτρος εξετάζει το γραπτό που έχει στα χέρια του. Σε κάποια χρονική στιγμή φτάνει στην τελευταία σειρά και αυτοστιγμεί ο εγκέφαλος του επανακτά τον αυτοέλεγχο (που προσωρινά είχε περάσει στο στομάχι του). Ανακάθεται και σκουντάει ελαφρά τον μισοκοιμισμένο διπλανό του:
– Ιάκωβε.
– Μμμμμ.
– ΙΑΚωβε.
– Έλα, μάστορα, τι θέλεις;
– Κοίτα φίλε, θέλω μια χάρη. Έχω αφήσει κάτι δίχτυα απλωμένα, και μάλλον θα το πάει για μπουρίνι και θα μου σκιστούν. ΠΡΕΠΕΙ να πάω να τα μαζέψω. Αναλαμβάνεις αυτό για μένα;
Ο λογαριασμός αλλάζει χέρια, ο Πέτρος δεν υπάρχει πια στη σάλα και με το που ο Ιάκωβος επανέρχεται απότομα στην πραγματικότητα, σκουντάει ελαφρά το διπλανό του:
– Ιωάννη …..
Μετά από εννιά ακόμη αλλαγές ο λογαριασμός καταλήγει στον ξαπλωμένο στο πάτωμα Ιούδα, που έχει πιει το μεγαλύτερο μέρος από τα τρία βαρέλια κρασί που καταναλώθηκαν εκείνη τη βραδιά. Ο μαθητής σηκώνεται και προσπαθεί να διαβάσει το χαρτί. Με το που φτάνει στην επίμαχη γραμμή, όλο το αλκοόλ στο αίμα του παύει να υπάρχει, βάζει τους αγκώνες του πάνω στο τραπέζι, βυθίζει το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του και αναφωνεί:
– Και τώρα, που θα βρω τριάντα αργύρια;

μπλιάξχαχαχα (Δεν υπάρχει βαθμολογία)
Loading...

, , , , ,

Σχολιάστε