CRETAN – ENGLISH DICTIONERY(εσείς βρείτε τις ερμηνείες στα Ελληνικά)


  • Αγλακώ: to run
  • Αίγα: the female goat
  • Αλάργο: far
  • Ανεμαζώνω: to collect
  • Ανεκουλουρίδα: a turnaround by radians
  • Ανεντρανίζω: to recover, to regain strength
  • Ανερούβαλος: a man without brains
  • Απίδι: pear
  • Αποκάμω: to finish
  • Άρκαλος: Cretan badger Melesmeles-  arcalus
  • Αρμηνεύω: to give advice
  • Αφορδακός: a frog


  • Βαρήχνω: to be injured
  • Βιόλα: a flower, symbolizing beauty of a woman
  • Βολόσυρος: traditional threshing machine
  • Βοσκικό: graziers car. Usually it is a black car with shaded black windows, decorated  with saricki, dantela, huge polished rims, riding around playing Cretan Music.
  • Βούργια: rucksack, a backpack usually carried by shepherds


  • Γαζοντενέκα: galvanized tin can
  • Γιάντα: why
  • Γιαγέρνω: to return, to come buck
  • Γιαε: look
  • Γκρούβομαι: choke
  • Γλακώ: to run
  • Γραίνω: to throw water on something, to soak
  • Γρόθος: masturbation, the jerk


  • Διακονιάρης: the begger
  • Διαρμίζω: to tidy up


  • Εδά: now, currently
  • Εκιά: there
  • Εμπίτισε: finished, run out
  • Επαέ: here


  • Ζάλο: the step
  • Ζάρα: owl
  • Οζό: the sheep
  • Ζυγώνω: looking for something, searching


  • Ήντα: what


  • Θαρρώ: to think, believe
  • Θέρος: the summer harvest time
  • Θέτω: to go to sleep
  • Θυγατέρα: daughter
  • Θωρώ: to see


  • Καερέτι: tolerance/ help to
  • Κακοβολιά: rugged land/ trouble, problem
  • Καλλιά: better (comparative)
  • Καλιμέντο: progress, success, prosperity
  • Κανίσκι: gift, present usually given on weddings
  • Κάτης: male cat
  • Κατσούλι: the young cat
  • Καταλώ: to consume, to spend, to waste
  • Κατέχω ή κατέω: to know, o be familiar with
  • Κατσούλα: female cat
  • Καφάς: nape, the back of the neck
  • Κλουθώ: follow
  • Κολύμπα: pit hole, cavity filled with water
  • Κοπέλι (το): the human kid
  • Κοπελιά): the young women or the girl, the girlfriend
  • Κουλούκι (το): puppy, small dog
  • Κουτάλα (η): shoulder bone
  • Κουτουλώ: to hit with the forehead
  • Κουτελώνω: to come face to face with s.o.
  • Κουζουλός: schizophrenic, psychopath or otherwise crazy
  • Κουτσουνάρα: gutter
  • Κρούβομαι: to choke
  • Κεντώ: to be burned


  • Λαντουρώ ή λαντουρίζω: to sprinkle
  • Λιακόνι: a type of lizard


  • Μαγαρίζω: getting dirty
  • Μια΄ολιά: a little, a single drop of
  • Μισερώνομαι: get injured
  • Μολέρνω: let go
  • Μουρέλο: the little olive tree
  • Μπαντιλίκι: trick made with the car
  • Μπεντένι: sturdy wall
  • Μπέτης: chest
  • Μπίκα: edge, point
  • Μπιτόνι: an item used to save liquids
  • Μπουνταλάς: a stupid man
  • Μηνώ: to notify


  • Νογώ: to think of, to reckon
  • Νταγιαντίζω: to put up with, to endure
  • Ντακαρω: to start
  • Νταλώνω: make sth temporarily blind by light or sun reflections
  • Ντελόγω: instantly
  • Ντρέτα: on a straight line or level
  • Ντρετώνω: make something straight


  • Ξαθέρι: exquisite, selected, the best part of sth
  • Ξαμώνω: to level a gun at somebody or something
  • Ξανοίγω: to look at something
  • Ξάσου: it’s up to you
  • Ξεκουρμουλώνω: to unroot the grape/ to destroy something
  • Ξεστελιώνω: to dismantle, to be shocked
  • Ξύγκι: fat
  • Ξετσιλαρώνω: dismantle
  • Ξέτελα: the end of sth


  • Όϊ: no
  • Όντες: when
  • Ορέγομαι: lust for
  • Όρνιθα: chicken
  • Ορτάκης: friend
  • Οψαργάς: last night
  • Οφτό: meat cooked next to strong fire in a traditional way


  • Παντέρμος: good for saken
  • Παραστιά: fireplace
  • Παρασύρα: broom
  • Παράουρος: crazy
  • Πασπατεύγω: search
  • Πήδος: jump
  • Πόδας: foot, leg
  • Περασά: passage, path
  • Πεσκέσι: gift
  • Πέτσακας: highlander
  • Πουσουνίζω: buy
  • Πράμα: thing, nothing
  • Πυρόβολος: lighter
  • Πομάκρεμα: extension


  • Ρίφι: little goat
  • Ρούκουνας: cornerstone
  • Ραχάτι: make myself convenient


  • Σάζω: to fix, to construct
  • Σεβντάς: love
  • Στιβάνι: traditional leather boot style
  • Σφαλίζω: to close
  • Σιμώνω: to come closer
  • Σιργουλεύω: to give advice
  • Σκαπέτι: tool for digging
  • Σκάρα: vulture
  • Σκλόπα: owl
  • Σκούλα: down, fether
  • Σύντεκνος: godfather
  • Συντηρώ: see to, attend
  • Συμισακό: share, having sth together with so else


  • Ταχυτέρου: tomorrow
  • Τέλι: wire
  • Τεσσεραεπιτέσσερα: a 4X4 car
  • Τράφος: wall or fence made of stones
  • Τσερτσέτο: knife
  • Τσίτα: fish bone
  • Τσαπράζι: small toothed curvy knife
  • Τσιγκάκι: metal bucket with holes to carry and drain the potassium of the grapes
  • Τσιμούλι: young shoot of plant brassica oleracea
  • Τσούρλα: steepy slope
  • Τραβάγια: trouble


  • Ύστερα: afterwards


  • Φάλι: belly button
  • Φαμέγιος: theservant
  • Φιλιότσος/α: godson/goddaughter
  • Φκαιραίνω: to empty, to fall down


  • Χαϊνης: rebel
  • Χάιλουξ: see
  • Χαχαλιά: handful
  • Χέρα: arm, hand
  • Χοχλιός: the snail
  • Χαχλακώ: to boil


  • Ψακί: poison
  • Ψες: yesterday
  • Ψημιδευτός: ornate


  • Ώ: look
μπλιάξχαχαχα (Δεν υπάρχει βαθμολογία)

, , , , ,